Κερατόκωνος: τι είναι και πως αντιμετωπίζεται

Η λέξη κερατόκωνος προέρχεται από το κωνικό σχήμα που αποκτά ο κερατοειδής σε προχωρημένες περιπτώσεις. Αποτελεί μια ασυνήθιστη κατάσταση κατά την οποία ο κερατοειδής (το διαυγές πρόσθιο τμήμα του ματιού) λεπτύνεται με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα είδος κώνου επιφανειακά. Συνήθως συνοδεύεται από υψηλό και συνήθως ανώμαλο αστιγματισμό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μείωση της όρασης. Συνοπτικά τα συμπτώματα του κερατόκωνου είναι:

  • Συνεχώς αυξανόμενη μυωπία και ιδιαίτερα αστιγματισμός,
  • Θολερότητα της όρασης,
  • Ο ασθενής χρειάζεται συνεχή μεταβολή της συνταγής των γυαλιών.

Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται κατά το τέλος της εφηβείας και η εξέλιξη είναι σταδιακή για πολλά χρόνια ακόμα. Η συχνότητα της νόσου στην Ελλάδα είναι περίπου 1/1000 άτομα, έχει ένα στοιχείο κληρονομικότητας και προσβάλλει πάντα και τα δύο μάτια (αν και αρχικά σε διαφορετικό βαθμό).

Η διάγνωση γίνεται συχνά με την κλινική εξέταση, απαραίτητη όμως είναι η τοπογραφία κερατοειδούς που επιβεβαιώνει την ύπαρξη κερατόκωνου και βοηθά στην παρακολούθησή του. Σήμερα χρησιμοποιούνται συνήθως εξελιγμένες τοπογραφίες κερατοειδούς, όπως ORBSCAN και PENTACAM (ο συνδυασμός των οποίων αποτελεί και την προτίμησή μας σε υποψία κερατόκωνου καθώς μπορεί να διαγνώσει ακόμα και πολύ πρώιμες βλάβες).

Αρχικά η θεραπεία του κερατόκωνου είναι η εφαρμογή ειδικών φακών επαφής (τα γυαλιά συνήθως δεν προσφέρουν ικανοποιητική όραση λόγω ανώμαλου αστιγματισμού). Τελικά ένα ποσοστό περίπου 20% των ασθενών θα χρειαστεί μεταμόσχευση κερατοειδούς.

CROSSLINKING

Μια νέα θεραπευτική αντιμετώπιση είναι η διασύνδεση του κερατοειδικού κολλαγόνου με ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β1) ή corneal collagen crosslinking. To crosslinking βοηθά στη σταθεροποίηση (‘σκλήρυνση’) του κερατοειδούς και στα 5 περίπου χρόνια που εφαρμόζεται δείχνει να έχει σημαντική επιτυχία σταματώντας την εξέλιξη του κερατόκωνου. Στο crosslinking ενσταλλάσονται σταγόνες ριβοφλαβίνης στην επιφάνεια του ματιού και στη συνέχεια γίνεται ενεργοποίηση της ριβοφλαβίνης με ειδική υπεριώδη ακτινοβολία. Η θεραπεία γίνεται με τοπική αναισθησία (σταγόνες) και διαρκεί περίπου 1 ώρα. Εφ’ όσον γίνεται σωστά δεν παρατηρούνται παρενέργειες. Μετά τη θεραπεία χρησιμοποιείται προστατευτικός φακός επαφής για μερικές μέρες.

Αν έχετε περαιτέρω απορίες ο Δρ Καμπουγέρης θα χαρεί να τις συζητήσει μαζί σας κατά την εξέτασή σας.